Ο τοπικός πολιτισμός της περιοχής των Τζουμέρκων
Υπόμνημα:

Εικόνες 20 έως 24: Τέσσερις εικόνες της συλλογής του Δωδεκαόρτου

Τέσσερις εικόνες της συλλογής του Δωδεκαόρτου και ειδικότερα Ο Χριστός προσευχόμενος στο Όρος των Ελαιών [επιγραφή: O TOΣ ΣΤΟΝ ΚΥΠΟΝ], η Προδοσία με την επιγραφή: Ο ΥΙΟΥΔΑΣ ΠΑΡΑΔΙ ΤΟΝ ΧΡΙ[ΣΤΟΝ], το θέμα του Ίδε ο Άνθρωπος [επιγραφή: ΙΔΕ Ο ΑΝΘΡΟΠΩS] και η Ανάσταση [επιγραφή: Η <ΑΝ>ΑSTASHS TOY <S>OTHPOS] αντιγράφουν πιστά ή με μικρές αποκλίσεις, όπως στην περίπτωση της τελευταίας εικόνας, τις αντίστοιχες σκηνές από χαρακτικά του Albrecht Dürer, τα οποία παρήχθησαν το 1508 και το 1512[1].

Με εξαίρεση τη σκηνή της Ανάστασης, η εικονογραφία των τριών άλλων θεμάτων απαντά και σε χαρακτικά του Virgil Solis (1514-1562)[2]. Αυτός ο πιστός εκμεταφορισμός, μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια, των εικονογραφικών σχημάτων του Dürer στις εικόνες της συλλογής, εκτός του ότι αντιπροσωπεύει μια πρακτική διαφορά, εγκαθιστώντας μια δομική ασυνέχεια στον πυρήνα της βυζαντινής παράδοσης τον οποίο υπηρετούν, σε γενικές γραμμές, τα υπόλοιπα έργα της συλλογής, αντανακλά ένα διαφορετικό πολιτισμικό περιβάλλον παραγωγής, το οποίο αξιοποιεί ασφαλώς τις δυνατότητες που του προσφέρει μια άλλη εικαστική παράδοση.

Λόγω της υιοθέτησης σχημάτων που αντιπροσωπεύουν τον ιδιότοπο μιας ετερογενούς προς τη βυζαντινή παράδοσης θα πρέπει να υποθέσουμε πως οι συγκεκριμένες εικόνες εισήχθησαν στη μονή ως αφιερώματα προερχόμενα από ένα δυτικό αστικό κέντρο των Επτανησίων ή της Ιταλίας. Σ’ αυτή την παράδοση ανήκει και η λιτή περιγραφικά εικόνα της Σταύρωσης [επιγραφή: Η ΣΤΑΥΡΟΣΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ][3] όπου επιλέγονται να εικονιστούν, μαζί με τον Χριστό, μόνο οι δύο ληστές. Ο εικονογραφικός τύπος του Χριστού με την πλαστικότητα του γυμνού σώματος γεμάτου μύες και την έντονη ανάγκη να αποδοθεί η γράμμωσή του -όπως άλλωστε και η πλαστικότητα στα σώματα των ληστών-, η καμπύλη των χεριών και η κλίση της κεφαλής, καθώς και το δισκοειδές φωτοστέφανο παραπέμπουν σε ιταλικά χαρακτικά του 16ου αιώνα[4].

[1]. Schoch – Mende – Scherbaum 2001, 131-133, 139-140, 149-150.
[2]. Peters 1987, 465, πίν. 6.28 (320), 6.29 (320) και 467, πίν. 6.35 (320).
[3]. Παπαδοπούλου – Τσιάρα 2008, 307, εικ. στη σ. 306.
[4]. Boorsch – Spike 1986, 238, αρ. 3 (341).