Ο τοπικός πολιτισμός της περιοχής των Τζουμέρκων
Υπόμνημα:

Η εμπειρική άσκηση της τέχνης

«O πατέρας μου ήταν ράφτης για τα μάλλινα κατά βάση αλλά έραβε τα πάντα. Γυναικεία, φούστες, κάπες, το σακάκι αυτό το γυναικείο που λέμε, το πολκάκι που λένε εδώ, έραβε σακούλια, σακιά, σάκες για τα παιδιά για το σχολείο. Από χρήματα όμως δεν έπαιρνε πολλά. Εκείνη την εποχή δεν είχε και ο κόσμος, τι να σου δώσουνε? Κανένας του έφερνε τίποτε προϊόντα, του έλεγαν μερικοί Βαγγέλη δεν έχουμε κάτι να σου δώσουμε, θα στείλω τη γυναίκα να βοηθήσει την γυναίκα σου στο χωράφι, να κόψει μια – δυο μέρες χορτάρι. Αι του έλεγε στείλτην. Ο πατέρας μου το καλοκαίρι δεν πήγαινε για αγροτικές δουλειές σχεδόν ποτέ. Είχε τόση δουλειά εδώ, έραβε όλο το χωριό. Ο πατέρας μου είχε πάει στα Τρίκαλα. Είχε μάθε λίγο εκεί μην φανταστείς. Απλώς ήταν και ο αδελφός του ράφτης κάτω στην Αμφιλοχία, όχι βέβαια ότι τέλος πάντων ήταν πολύ η δουλειά γιατι έραβε τα πάντα, ότι γινόταν του το φέρνανε εδώ, ταισάρια για τα μουλάρια, τα χαράρια τα μεγάλα, μέχρι και οι σάκες για το σχολειό που μας έφτιαχναν εμάς. Το φθινόπωρο πήγαινε σε ένα χωριό πίσω της Θεσσαλίας, στην Αγία Παρασκευή, Τζούρτζια την λέγανε, πήγαινε εκεί για ένα –ενάμιση μήνα. Και πήγαινε εκεί ένα ενάμιση μήνα Τον πλήρωναν εκεί δεν πήγαινε με ανταλλαγή και τον έπαιρναν από σπίτι σε σπίτι. Δεν είχε ραφείο συγκεκριμένο. Πήγαινε η γυναίκα φόρτωνε τη μηχανή, πόσες μέρες με θες, σε θέλω 2 μέρες Βαγγέλη. Πήγαινε εκεί με την μηχανή, δούλευε, κοιμόταν εκεί και τους έραβε».

Θανάσης Μακρής, Ματσούκι