Ο τοπικός πολιτισμός της περιοχής των Τζουμέρκων
Υπόμνημα:
..oberursel.de.. Schlemiel! hat geweint. Was kamagra store ist für Sie diese Kleidungsstücke sind in Falten wie http://www.oberursel.de/krankenkasse-levitra-20mg/ er ein Kostüm aus dem staunenden Speditionskaufmann ergriffen und für eine halbe Stunde angeordnet und neu angeordnet Proben Henrys, bis der Job war Herr Gembitz, Henry protestierte, setzen Sie sich generika kamagra für eine Minute nach unten. Sie würden Was soll das heißen machen, mich noch schlimmer machen? Sam gefordert. Ich habe gerade so viel können diese, wie Sie sind, Henry.

Γέννηση


no images were found

Τα έθιμα του τοκετού 

Η έγκυος γυναίκα κουβαλούσε επάνω της τον κρατητήρα μια πέτρα η οποία πίστευαν ότι έπεφτε από τον ουρανό μαζί με το χαλάζι. Με αυτό τον τρόπο πίστευαν ότι θα απέφευγε την αποβολή. Επίσης μια πέτρα με φυσική τρύπα κρεμασμένη στην αχλαδιά για να μην πέσουν οι καρποί, την σπάνε σε 40 κομμάτια τα οποία πλένονται και από αυτό το νερό πίνει η γυναίκα. Αλλά κουβαλάει και τα κομματάκια για να κρατάνε το παιδί. Όμως λίγο πριν τη γέννα τα πετάει γιατί διαφορετικά εμποδίζουν τη γέννα του παιδιού, το κρατάνε. Η έγκυος δεν θα έπρεπε να εργάζεται Κυριακές και γιορτές και δεν θα έπρεπε να δρασκελίσει τριχιά γιατι τότε το βρέφος θα τυλιγόταν με τον λούρο και θα κινδύνευε να πνιγεί.[1]

Κυλούσαν επάνω στην κοιλιά της εγκύου ένα αυγό λέγοντας «Όπως κυλιέται το αυγό να κυλισθεί το κούτσικο». Όσες γυναίκες έμπαιναν στο σπίτι την ώρα του τοκετού έλυναν τις ποδιές τους και τις πετούσαν στο πάτωμα για να ελευθερωθεί (λυθεί) η ετοιμόγεννη. Ταυτόχρονα άνοιγαν και όλες τις πόρτες του σπιτιού. Έταζαν όμως και στην Παναγία ή σε αγίους στη βάση της ανταποδοτικής σχέσης που προαναφέραμε.
Μετά την γέννηση η γυναίκα εκλαμβανόταν ως ακάθαρτη και συνάμα ευάλωτη στις επιδράσεις των αερικών (πονηρών πνευμάτων) και στην βασκανία των εχθρικά διακείμενων προς την οικογένεια. Γι αυτό το λόγο απέφευγε να βγει από το σπίτι μέχρι να περάσουν σαράντα μέρες. Δεν επιτρεπόταν μάλιστα σε κάποιον επισκέπτη να έρθει στο σπίτι τη νύχτα παρά μόνο αν υπήρχε μεγάλη ανάγκη και σε αυτή την περίπτωση τοποθετούσαν επάνω στη μασιά δυο αναμμένα κάρβουνα, έριχναν επάνω θυμίαμα και ο ξένος περνούσε από επάνω για να μπει καθαρός και εξαγνισμένος στο σπίτι. Την τρίτη μέρα η λεχώνα έβγαινε στο κατώφλι και χτυπούσε με ένα σίδερο στις τρεις άκρες του ορίζοντα λέγοντας το ξόρκι «βουνά σας είδα δεν με είδαταν» για να είναι γερή σαν τα ψηλά βουνά.

Για να μη χάσει η λεχώνα το γάλα δεν έβγαινε έξω τη νύχτα. Επίσης έπρεπε να κοιτάει χαμηλά και όχι πέρα κατά τα βουνά. Το γάλα χανόταν όταν δυο λεχώνες βλέπονταν, μάλιστα στέρευε εκείνη που θα κοιτούσε δεύτερη γι αυτό και έπρεπε να έχουν μια φέτα ψωμί για να τη μοιράσουν. Για να σταματήσει το γάλα η γυναίκα έσβηνε με αυτό τρία αναμμένα κάρβουνα. Για να έρθει όμως το γάλα στο επόμενο παιδί έπρεπε να ανάψει πάλι τα κάρβουνα αυτά.

Για να προφυλάξουν το βρέφος από τη βασκανία έδεναν σαράντα μέρες στη φασκιά του τη βέρα της μάνας του και ένα χαϊμαλί που είχε μέσα και ψωμί για να βρίσκουν οι μοίρες το παιδί χορτάτο. Κάτω από το προσκεφάλι του μωρού έβαζαν σκρούμπο (καμένο μάλλινο ύφασμα) και αλάτι για να φεύγουν τα δαιμονικά.[2]

[1]. Καλούσιος Δημήτριος, Το Ματσούκι Ιωαννίνων, τόμος Β, Λαογραφικά, σ. 426 – 428.
[2]. Καλούσιος Δημήτριος, Το Ματσούκι Ιωαννίνων, τόμος Β Λαογραφικά, σ. 430 – 434.

 

Όταν στο σπίτι υπάρχει λεχώνα δεν δίνουν στους ζητιάνους αλεύρι ή ψωμί μόλις βραδιάσει λέγοντας τους να περάσουν άλλη μέρα γιατι έχουν λεχώνα. Αυτό γίνεται για να μην ονοματίσει η ζητιάνα το μωρό και το βασκάνει.

Όταν γεννιόταν αρσενικό παιδί για να έχει ζωή σπάζανε μια πέτρινη κοπάνα βρύσης.
Όταν κάποιου την ώρα του φαγητού , του έπεφτε στο πιάτο ολόκληρο κομμάτι ψωμί, έλεγαν πως ο ξένος είναι στο δρόμο κι έρχεται να τον φιλοξενήσουνε

Η γκαστρωμένη ή αλλιώς φορτωμένη γυναίκα, για να μην γεννηθεί το παιδί άσχημο και για να μη το ματιάζουν έκρυβε την εγκυμοσύνη της και για να μην αποβάλλει κρατούσε πάνω της μαυρομάνικο μαχαίρι , κομμάτι από αστραπόβολο και ένα φυλαχτό με λείψανα αγίων. Για το μάτιασμα την γλωσσοφαγιά και τη βασκανία, οι λεχώνες φορούσαν χαϊμαλιά με λείψανα αγίων, μονόκλωνο σκόρδο , ματόπετρα και σταυρό. Για να κατέβει το γάλα έπιναν αγιασμένο νερό. Όταν δε στεριώνουν τα παιδιά, φτιάχνουν ένα στεφάνι από νομίσματα που πήραν από σαράντα Μαρίες κι αφήνουν το βρέφος σε ένα σταυροδρόμι. Όποιος το βρει γίνεται νουνός.

Βήχας Ιωάννης, Λαογραφική συλλογή από το χωριό Κτιστάδες. Χειρόγραφα Λαογραφίας των φοιτητών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Σειρά Πέμπτη 1968-69, σ. 193-214.

«Η λεχώνα έμενε σπίτι να σαραντίσει. Τρεις μέρες δεν με έβγαζε έξω η πεθερά μου. Έτσι το είχανε τότε. Μετά στις τρεις μέρες όπως με έβγαλε στην πόρτα μου έδωσε ένα σίδερο και λέει θα βγεις στην πόρτα, θα κοιτάξεις δεξιά- αριστερά, δεν θα κοιτάξεις τα βουνά ίσια και θα πεις βουνά σας είδα δε μ’ είδαταν, βουνά σας είδα δε μ’ είδαταν. Και το λέγαμε τρεις φορές αυτό. Και χτυπάγαμε το σίδερο στις τρεις μεριές. Και στις σαράντα μέρες παίρναμε το παιδί και πααίναμαν στην εκκλησία. Σύντομα το βαφτίζανε, το καλοκαίρι πάντα. Τότε εμείς δεν πααίναμαν στα βαφτίσια. Έπαιρνε το παιδί η πεθερά, το πάαινε κάτω στη νονά, στην εκκλησία και μετά ερχότανε πάνω. Εμείς δεν πααίναμε πουθενά. Το όνομα το φέρνανε πάνω τα παιδιά και τους δίναμε δεκάρες. Ο πρώτος έπαιρνε περισσότερα, τα άλλα έπαιρναν λιγότερα. Εμείς τώρα στα εγγόνια που βαφτιστήκανε, είδαμε βαφτίσι».