Ο τοπικός πολιτισμός της περιοχής των Τζουμέρκων
Υπόμνημα:

Γέφυρα της Πλάκας


g_gefyr

Το γεφύρι της Πλάκας λειτουργεί ως συμβολικός τόπος συνυφασμένος στην συλλογική μνήμη με μια ακολουθία ιστορικών γεγονότων. Στις 27-28 Ιουλίου 1821 οι Μάρκος Μπότσαρης, Μήτρος και Γιαννάκης Κουτελίδας, Ανδρέας Καραίσκος και άλλοι αγωνιστές κατατρόπωσαν τις δυνάμεις των Οθωμανών υπό τον Αλή Τοπάλ πασά. Στις 3 Φεβρουαρίου 1878 ο Κ. Κοττίκας επιτέθηκε κατά της οθωμανικής φρουράς της Πλάκας αναγκάζοντας τους υπερασπιστές της να τραπούν σε φυγή. Κατά την νεώτερη ιστορική περίοδο το γεφύρι συνδέθηκε με τα γεγονότα του εμφυλίου πολέμου και συγκεκριμένα με την υπογραφή πρωτοκόλλου κατάπαυσης των εχθροπραξιών ανάμεσα στις αντίπαλες δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ.

Οι προσπάθειες των κατοίκων για την γεφύρωση του Αράχθου στην περιοχή όπου περνά σήμερα το γεφύρι της Πλάκας είχαν ξεκινήσει από τα χρόνια της Οθωμανικής κατοχής. Το πρώτο γεφύρι είχε στηθεί στην περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα η σιδερένια γέφυρα, γνωστή με την ονομασία Παλιοδιοφύρια. Τα ορμητικά νερά του Αράχθου παρέσυραν το γεφύρι στα 1860 και έτσι οι κάτοικοι αποφάσισαν την ανακατασκευή του. Κάλεσαν μάστορες από τα γειτονικά χωριά Πράμαντα, Ραφταναίους και Σκλούπο καθώς και τον μαστρο Γιώργη από την Κόνιτσα ο οποίος και ανέλαβε τελικά την εργολαβία έπειτα από παρέμβαση του Ιωάννη Λούλη από το Κοτόρτσι ο οποίος χρηματοδότησε το έργο με το ποσό των 90.000 γροσίων. Οι εργασίες για την κατασκευή του γεφυριού ολοκληρώθηκαν το καλοκαίρι του 1863. Δυστυχώς η αβλεψία των τεχνιτών οι οποίοι βιάστηκαν να αφαιρέσουν τα ξύλινα καλούπια προτού προλάβει το κονίαμα να στερεωθεί οδήγησε στην κατάρρευση του γεφυριού. Οι Τζουμερκιώτες δεν παραιτήθηκαν από την προσπάθεια τους και ανέθεσαν εκ νέου την κατασκευή του γεφυριού στο μάστορα Κώστα Μπέκα από την Πράμαντα. Η κατασκευή του νέου γεφυριού ξεκίνησε στις αρχές Ιουλίου του 1866, κράτησε μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου του ιδίου χρόνου και χρηματοδοτήθηκε από τις κοινότητες Πραμάντων και Μελισσουργών ενώ η αναγκαία ξυλεία παραχωρήθηκε από την κοινότητα Αγνάντων.

Από τη στιγμή όμως που τα σύνορα της Ελλάδας ορίστηκαν στον ποταμό Άραχθο, η επικοινωνία στις μεθοριακές περιοχές και η χρησιμοποίηση της γέφυρας έγινε προβληματική και σχεδόν αδύνατη. Οι Τούρκοι έκλεισαν ερμητικά τα σύνορα και η μέσω της γέφυρας διακίνηση ανθρώπων, ζώων και η μεταφορά τροφίμων και υλικών ουσιαστικά σταμάτησε. Η λαϊκή μούσα αποτύπωσε εύγλωττα την απογοήτευση και την πικρία των ανθρώπων της περιοχής.

Ανάθεμα σε πιτροπή και συ βρε Κουμουνδούρε
Με το κακό που κάνατε στην Άρτα στα Τζουμέρκα
Το σύνορο που βάλατε στης Άρτας το ποτάμι
Κλείστηκε η Άρτα κλείστηκε, κλείστηκε το Τζουμέρκο
Θα στηρηθή και το ψωμί που να βρει να δουλέψη
Ο κάμπος έμνε στην Τουρκιά και τα καλά λιβάδια
Το βιο όλο και χάνεται στ αγρίδια βοσκοτόπια

Η γέφυρα της Πλάκας προβάλλει συνδεδεμένη στην συλλογική μνήμη των κατοίκων της περιοχής και με το πανηγύρι της Παναγίας της Πλάκας ή Μουχουστιώτισας. Το πανηγύρι αυτό αποτελούσε σημαντικό σταθμό στην ζωή των κατοίκων της περιοχής, ιδιαίτερα δε των Ραφταναίων. Η γιορτή αυτή γινόταν στις 8 Σεπτεμβρίου και από τα παλιά χρόνια έφερε την ονομασία Χτωήμερο γιατι διαρκούσε οκτώ ημέρες. Στο πανηγύρι αυτό προσέρχονταν προσκυνητές και από τα γειτονικά χωριά (Κτιστάδες, Άγναντα, Σγάρα, Γραικικό, Κουκούλια, Μονολίθι, Πλατανούσα). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Παπαδημητρίου «Εκείνα τα χρόνια μέχρι το 1912 η Πλάκα, η γέφυρα και το μοναστήρι της ήταν το κεντρικό σημείο της περιοχής γι αυτό και η γιορτή και το πανηγύρι κρατούσαν οκτώ ολόκληρες ημέρες. Έρχονταν μεγάλοι και μικροί έμποροι και πωλούσαν χαλκώματα, τσαρούχια, μαλλιά, φουστανέλες, σκούφιες, σκουτένιο ύφασμα και άλλα εμπορεύματα. Στον ίδιο χώρο στη θέση “Πωλιάνα” γινόταν το εμπόριο των ζώων. Μετά την απελευθέρωση και της υπόλοιπης Ηπείρου σιγά-σιγά έσβησε και το παζάρι και ο πανηγυρισμός στο Μουχούστι περιορίστηκε σε δυο ημέρες και μετά το 1950 έγινε μονοήμερος».