Ο τοπικός πολιτισμός της περιοχής των Τζουμέρκων
Υπόμνημα:

Μοιρολόγια από τα Τζουμέρκα

Για κίνα κι έλα μια βραδιά κι ένα Σαββάτο βράδυ
Για να λουστείς να χτενιστείς κι άλλα ρούχα ν αλλάξεις
Ένας θα βάλει το νερό και άλλος το σαπούνι
Και η πικρογυναίκα σου κανάτα με το μόσχο
Θα κάτσουμε την Κυριακή και τη Δευτέρα όλη
Και αυτή την Τρίτη την αυγή να σε καλοκινήσω
Να δέσω στο μαντήλι σου Πολλών λογιών καλούδια
Το μόσχο και τον άνεμο και το λαμπρό φεγγάρι
να φέγγει για να περπατείς να πάς εκεί που ήσουν

͠
Εδώ ήρθαν οι φίλοι σου
Ήρθαν και οι δικοί σου
Και αν ήρθαν καλωσόρισαν
Καλώς και να κοπιάσουν
Βάλτε τις τάβλες πράσινες
Και τα πισκέρια μαύρα
Και το γυαλί που θα κερνά
Στη μέση ραγισμένο
Όπως να κλαίει το γυαλί
Να κλαίει ο κόσμος όλος

Πρέντζα Αθηνά (Δευτεροετής ΜΝΕΣ ) Λαογραφική συλλογή από τα Τζουμέρκα. Χειρόγραφα Φοιτητών Λαογραφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Σειρά πρώτη 1964-65, τόμος Β. (Λ-Ω) σ. 491-498.


Γιάννη μου τι κιτρίνισες και στέκεις μαραμένος
Μήνα βοριάς σε βάρεσε μήνα κακός αγέρας
Ούτε βοριάς με βάρεσε , ούτε κακός αγέρας
Βλέπω το χάρο να ρχεται στο άλογο καβάλα
Και πίσω στα καπούλια του σπαθιά χει κρεμασμένα
Τονα ήταν μαυρομέλανο και τ άλλο ματωμένο
Σέρνει τους νιούς απ τα μαλλιά , νιες απ τα δαχτυλίδια
Σέρνει και τα μικρά παιδιά στη σέλα καβαλλίκα
-Χάρε δεν πάμε σε χωριό , κάτω σε κρύες βρύσες
-Εγώ δεν πάω σε χωριό, κάτω σε κρύες βρύσες
Ν ακούν οι μάνες τα παιδιά και τα παιδιά τις μάνες
Ακούνε και δυο αντρόγυνα, δυο πολυαγαπημένα
Όπου δεν τα ξεχώριζαν εχθροί με τα μαχαίρια
Χάρε για δε πληρώνεσαι, χάρε δε παίρνεις γρόσι
Εγώ για δε πληρώνομαι , εγώ γρόσια δεν παίρνω
Παίρνω τις νιές για το χορό, τους νιούς για τα τραγούδια
Παίρνω και τα μικρά παιδιά να παίξουν να γελάσουν
Παίρνω κι αυτούς τους γέροντες να ρίξουν στο δεφτέρι

Παπακώστα Χρυσαυγή. Λαογραφική συλλογή από το χωριό Χουλιαράδες. Χειρόγραφα Φοιτητών Λαογραφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Σειρά πέμπτη 1968-69, τόμος ΣΤ, σ. 489-533.


Το τίνος είναι τ άλογο
Το τίνος είναι τ άλογο που καρτερεί στη πόρτα
Μη σε γελάσουν τίποτα και το καβαλικέψεις
Όποιος το καβαλίκεψε πάλι δεν ξαναήρθε
Κλάψτε παιδιά μ μη ντρέπεστε, κλάψτε και μη ντεριέστε
Κι απλώστε το χεράκι σας και πιάστε το δικό μου
Γιατι έχω δρόμο μακρινό, στον Άδη να κατέβω
Για ελάτε ξένοι και δικοί κι όλοι οι πικραμένοι
Κι απόνα λόγο πέστε μου, κι απόνα δάκρυ χύστε
Να γίνει λίμνη και γιαλός , να γίνει κρύα βρύση
Να πάρει τον κατήφορο, να πάει στον κάτω κόσμο
Για να νιφτούν οι άνιφτοι, να πιουν οι διψασμένοι

Παπαθεοδώρου Μελπομένη. Χειρόγραφα Φοιτητών Λαογραφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Συλλογή φοιτητών Νέα Σειρά 1979-80, Γάμος μοιρολόγια και πανηγύρι στα Πράμαντα, σελ. 431-492.