Ο τοπικός πολιτισμός της περιοχής των Τζουμέρκων
Υπόμνημα:

Παρεκκλήσιο Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου


pareklisi

Στο μικρό μονόχωρο παρεκκλήσιο του Αγίου Ιωάννη εργάστηκαν για την τοιχογράφησή του το χειμώνα του 1737 (4 Φεβρουαρίου) οι Καλαρρυτινοί αγιογράφοι Γεώργιος και Στέργιος, οι οποίοι στα 1740, πάλι μέσα στο χειμώνα (2 Φεβρουαρίου) θα ολοκληρώσουν την εικονογράφηση της μονής Κοιμήσεως στο Χρύσινο Καλαμπάκας. Ως προς το συντακτικό που καθορίζει το εικονογραφικό πρόγραμμα του παρεκκλησίου του Αγίου Ιωάννη υφίστανται κάποια στοιχεία που εξειδικεύουν την πρακτική της χρήσης του χώρου ως οστεοφυλακίου και συνεπώς τονίζουν τον ταφικό του χαρακτήρα. Η ζωγραφική οριοθετεί μια καταστασιακότητα η οποία καθιστά εφικτή τη σχέση του κλειστού ζωγραφικού χώρου με μια εξωτερικότητα απ’ όπου και αντλείται η κωδικοποίηση του εικονογραφικού προγράμματος σε ενότητα, εξυφαίνεται η συνάρθρωση ποικίλων εικονογραφικών και τεχνοτροπικών στοιχείων σε ακολουθία σημείων και μορφώνεται σε ενότητα η πνευματική και ιδεολογική λειτουργία της πίστης.


Η επιλογή, για παράδειγμα, μιας σειράς μαρτυρίων (Αποτομή αγίου Γεωργίου, Μαρτύριο αγίου Δημητρίου, Αποτομή του Προδρόμου, Μαρτύριο αγίων Ευσταθίου και Θεοπίστης και των παιδιών τους Θεοπίστου και Αγαπίου, Μαρτύριο αγίων Βίκτωρος και Βικεντίου, Μαρτύριο αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτου, Μαρτύριο τεσσαράκοντα μαρτύρων, Λιθοβολισμός του αγίου Στεφάνου, Μαρτύρια των ευαγγελιστών Μάρκου και Ματθαίου, Μαρτύριο αποστόλου Ανδρέα, Μαρτύριο αγίου Ιγνατίου), η οποία μπορεί να υστερεί βέβαια, λόγω χώρου, σε αριθμό σε σχέση με τις εξεικονίσεις τους σε μνημεία του 16ου αιώνα, αλλά για τις διαστάσεις του παρεκκλησίου είναι σημαντικός και μάλιστα τα μαρτύρια εισχωρούν στην περίπτωσή μας μέσα στο χώρο του ιερού, συγκροτεί, ως μηχανισμός καταγραφής μιας ψυχογενετικής και κοινωνικογενετικής διαφοροποίησης των μελών της χριστιανικής κοινότητας, μια ιδιαίτερη λειτουργία ως πολεμικό εργαλείο στο περιβάλλον μιας πίστης, η οποία όφειλε να προασπίσει τον εαυτό της αντιμαχόμενη τους εχθρούς της. Καταλαβαίνουμε ότι η ανάγκη απεικόνισης των μαρτυρίων ξεφεύγει από την εικονογραφική συστηματικότητα και συγκροτεί έναν πυρήνα συμβολισμού γύρω από τον οποίο αρθρώνεται η σημαίνουσα πρακτική της χριστιανικής αντίστασης έναντι των εχθρών της πίστης. Ταυτόχρονα, η εποπτική αυτή εκδίπλωση του πόνου περιγράφει τη σχέση μεταξύ της παρουσίας του, ως μορφής αυτοσυνειδησίας, αυτοταύτισης και εγγύτητας του πιστού με το μάρτυρα της εικόνας, και της μεταφυσικής της βίας ως βεβαιότητας της οντολογικής ασφάλειας του νοήματος του πόνου. Η πνευματική καταξίωση του σωματικού πόνου αντανακλούσε, στην προκειμένη περίπτωση, συγκεκριμένες πολιτισμικές αντιλήψεις όπως η πίστη στο απόλυτο, η καλλιέργεια της εσωτερικότητας, η προοπτική του επέκεινα, η ελπίδα της σωτηρίας, αλλά και πολιτισμικές πρακτικές όπως ο αυτοεγκλεισμός και ο αυτοκαταναγκασμός. Δεν θα πρέπει να λησμονούμε πως στο πολιτισμικό περιβάλλον του μοναχισμού ο πόνος λειτουργούσε πρώτιστα ως υλική μαρτυρία επιβεβαίωσης του άλγους της ψυχής για την πτωτική κατάσταση του ανθρώπου και ο μοναχός όφειλε να τον υπομείνει στωικά με σκοπό την επίτευξη της μετάνοιας. Καθώς η πολιτισμική συγκρότηση του πόνου στο χριστιανισμό παρέμενε για αιώνες στενά συνυφασμένη με το διακύβευμα της σωτηρίας της ψυχής, αυτός εκλαμβανόταν επίσης και ως απελευθέρωση από τους καταναγκασμούς της εφήμερης ζωής, αποτελώντας μια σταθερή πολιτισμική συνιστώσα με ζωτική σημασία για την αντιμετώπιση της θλιβερής εγκόσμιας πραγματικότητας. Παράλληλα, σε συνδυασμό με τον ταφικό χαρακτήρα του χώρου, και της υποδήλωσης της ματαιότητας του εγκόσμιου χρόνου που η παράσταση του Ανελεήμονος Χάρου υποδηλώνει, η εικαστική γλώσσα των μαρτυρίων, μετουσίωνε το βίαιο θέαμα του μαρτυρίου, που είχε ως σκοπό τη μεταθανάτια σωτηρία, σε καθαρτική, χαρμόσυνη, πράξη με θεραπευτική και παιδευτική αξία. Δεν θα πρέπει να λησμονούμε πως ο εικονιστικός χώρος της εκκλησίας, λειτουργώντας ως μικρόκοσμος που συμβολίζει το σώμα της εκκλησίας εν γένει και συμβάλλει στην εξαντικειμενίκευση της κοινής χριστιανικής μνήμης, καθίσταται ο κατ’ εξοχήν τόπος νοηματοδότησης της σωτηρίας. Η ζώσα ολότητα των πιστών από τη μεριά της οργανώνεται γύρω από το παράδοξο θέαμα του κατακερματισμένου και αιματοβαμμένου σώματος του μάρτυρα, που «τελετουργικοποιείται» και ανάγεται σε γενεσιουργό παράγοντα της κοινωνικοποίησής της και θεμελιωτή της συλλογικής ταυτότητας της εκκλησίας.

Δείτε επίσης τις τοιχογραφίες.