Ο τοπικός πολιτισμός της περιοχής των Τζουμέρκων
Υπόμνημα:

Λαϊκές αφηγήσεις

Λαικές αφηγήσεις σχετικά με τα θαύματα της Βύλιζας

Κοντά στη μεγάλη Πλάκα ψηλά στο στεφάνι είναι τρύπες και ξύλα, εδώ είχαν οι καλόγεροι τα μελίσσια. Μερικοί χωριανοί θέλησαν να κατεβάσουν το μέλι με βρουζόμια και σχοινιά. Κάποιος όταν κατέβαινε κοίταξε προς τα πάνω, νόμισε ότι η τριχιά από το βρουζόμι ήταν φίδι έκοψε το σχοινί και φυσικά γκρεμίστηκε. Η Παναγία δεν ήθελε να της πειράξουν τα μελίσσια.

Οι καλόγεροι είχαν χωράφι στο δάσος στη Σιαπκαλάια. Κάποτε έσπερναν εδώ σιτάρι και πήρε νύχτα. Συνέχισαν την άλλη μέρα που ήταν όμως γιορτή. Όταν ήρθε ο θέρος ο τόπος που έσπειραν τη μέρα της γιορτής δεν είχε καθόλου καρπό και ήταν καμένος ενώ όλο το άλλο χωράφι έφερε μεγάλη σοδειά.

Δημήτριος Καλούσιος, Η Βύλιζα, Ματσούκι Ιωαννίνων 1992, Σελ. 113-115.


Δούλεψαν κάποτε στο μοναστήρι Πραμαντιώτες μάστοροι. Είχαν μαζί τους κι ένα μικρό μουλαροπαίδι. Σαν ήρθε η ώρα της πληρωμής ζήτησαν από τον ηγούμενο της Βύλιζας πολύ περισσότερα από τα συμφωνημένα. Πήραν τα χρήματα και μπήκαν να ανάψουν ένα κερί πριν φύγουν. Με τρόμο και έκπληξη οι μαστόροι είδαν να κουνιούνται τα μανουάλια. Έστειλαν τότε το μικρό ο οποίος άναψε κερί και βγήκε χωρίς να παρατηρήσει κάτι . Σαν ήρθαν στο χωριό όμως, αρρώστησαν όλοι και έσπευσαν να ξαναστείλουν στο μοναστήρι τα παραπανίσια χρήματα.

Δημητρίου Καλούσιου, Η Βύλιζα, Ματσούκι Ιωαννίνων, 1992 , σ. 115


«Αφού μπήκαμαν μια φορά στο ιερό, κάναμε το σταυρό μας και μπήκαμε στο ιερό και είπαμαν Παναγία μου δεν κάνουμε κακό, τα καντηλάκια θέλουμε να ανάψουμε . Εκεί δίπλα είχε ένα ντουλάπι ,ξύλινο, σάπιο . Το ανοίγουμε το ντουλάπι εκεί… τόσο μούχλα είχε πιάσει, ήτανε και ένα σωρό βιβλία πεταμένα καταής εκεί. Και αρχίνησαν βρε παιδιά μόλις μπήκαμαν στο ιερό μέσα, τρεις γυναίκες , αρχίνησαν 2 πλάκες και χτύπαγαν κούφιες έτσι πουφ –πουφ. Νίτσα της λέω χτυπάει εδώ δεν κάνει να μπούμε στο ιερό. Άι καημένη μου λέει , δεν κάνουμε τίποτα, εμείς το καντηλάκι ανάψαμε. Βγήκαμε από το ιερό μέσα σταμάτησαν οι πλάκες. Δεν είπαν να βάλουνε λίγο εμένα, που ήμουν και η πιο μικρότερη, μπήκαμαν και οι τρεις μέσα,. Κοιτάμε τώρα και οι τρεις να δούμε με περιέργεια τι έχει εκεί μέσα και είχαν τόση μούχλα μέσα τα βιβλία εκείνα στο ντουλάπι, σάπια δεν σηκώνονταν»

Ε. Μ. κάτοικος Ματσουκίου, Ιούλιος 2012


«Ο πατέρας μου είχε γίδια , μαζί με τον μπάρμπα μου και με τον παππού μου. Και έβγαινε η Βαγγελίστρα το βράδυ και τους έλεγε’ Να φύγεις από εδώ, είναι δικό μου το μέρος. Είχανε τα γίδια τους στο μέρος κάτω από το μοναστήρι, όπως μου έλεγε ο πατέρας μου. Μια φορά ο Σταύρος με τον Βασίλη που είναι εκεί, ανέβηκαν σε ένα δέντρο στην αυλή από το μοναστήρι , ένα δέντρο που ήταν όχι σαν σκάμνα που λέμε εμείς …πιο μεγαλύτερα. Ανέβηκαν να φάνε εκεί…χτύπαγε η πόρτα όμως. Τακ, τακ, τακ χτύπαγε η πόρτα μέσα. Άκουσαν τα παιδιά αυτά, ήταν παιδιά τότε, και πήδησαν κάτω από το δέντρο και έφθασαν στον Αϊ-Θόδωρο και τς είπε ο γέροντας που ήταν εκεί, μη φοβάστε ξέρεις πόσες φορές η Βαγγελή η δικιά μου αφήνει τη γάστρα και φεύγει από εκεί που ακούει.. έρχεται λέει αυτή ή φεύγει. Κάτι γίνεται»

Ελένη Παππά, κάτοικος Ματσουκίου , Ιούλιος 2012


«Ναι έχουν πει για έναν ηγούμενο ότι είχε δει μια καλόγρια , εκεί απέναντι από το μοναστήρι που είναι μια σπηλιά και το λένε της καλόγριας, εκεί ήτανε καλόγριες. Έπεσε λοιπόν από ένα σημείο που πάει ίσια κάτω στο ποτάμι και λέει ο ηγούμενος , έπεσε μια γελάδα εκεί του μοναστηριού πηγαίνετε να τη βρείτε. Και αυτοί βρήκανε την ηγουμένη και πήγαινε ζαλικωμένη από το μοναστήρι προς τον κάτω δρόμο. Και τους λέει εγώ ήμουνα και αν θέλετε να δείτε εκεί έχει μείνει το τσεμπέρι μου και ένα δεμάτι από καλαμποκιά.»

Αρετή Μακρή , κάτοικος Ματσουκίου , Σεπτέμβριος 2012


Ιστορία σχετικά με τις καταβολές της Βύλιζας

«Ουδείς γνωρίζει ποιοι λόγοι συνετέλεσαν ώστε οι καλόγεροι να θελήσουν να φύγουν από εδώ και να πάνε να κτίσουν μοναστήρι πιο πάνω από τους Χριστούς, σε υψόμετρο περίπου 700 μέτρα σε μια τοποθεσία που τη λέγανε Κοντρί. Λένε ότι έφυγαν από το Μοναστήρι των Χριστών επειδή ήτανε σταυροδρόμι ή επειδή γέννησε εκεί κάποια γυναίκα και το θεώρησαν προσβολή. Δεν τους άρεσε όμως και πήγανε και κτίσανε στο δάσος Χελιμόδι του Ματσουκίου ακριβώς απέναντι από το χωριό που είναι οι μεγάλες λάκκες…Και πάλι στο Χελιμόδι δεν τους άρεσε η τοποθεσία επειδή ήταν απέναντι από το χωριό και ακούγονταν εύκολα τα κλαρίνα ή ίσως ήταν ανήλιο. Στην απελπισία τους βλέπει ένας εξ αυτών τη νύχτα ένα φως εκεί που ακριβώς είναι σήμερα το μοναστήρι και αφού σημαδέψανε την τοποθεσία με ένα ξύλο επήγαν το πρωί και άρχισαν να κτίζουν το σημερινό μοναστήρι της Βύλιζας.»

Αφήγηση π. Κωνσταντίνου Μήτσιου, Χριστοί 28-8-1983 (από το βιβλίο του Καλούσιου, Η Βύλιζα, Ματσούκι Ιωαννίνων 1992 σ. 29).

 

Λαϊκές παραδόσεις σχετικά με το μοναστήρι της Πλάκας

– Ένα μέρος κοντά στο ποτάμι φέρει την ονομασία Πέρασμα. Ονομάστηκε έτσι γιατι κάποιος καλόγερος έβαλε στοίχημα με ένα τούρκο αγά πως θα περάσει το ποτάμι καβάλα στο ράσο του.  Ο Τούρκος όπως ήταν φυσικό γέλασε μαζί του. Ο καλόγερος όμως καβάλησε το ράσο και ρίχτηκε απέναντι. Τότε ο Τούρκος σκέφτηκε να μην αφήσει το άλογο του στο μοναστήρι όπως είχε υποσχεθεί εκείνο όμως κοκάλωσε και δεν έλεγε να κουνήσει. Τότε ο Τούρκος φοβήθηκε και εκπλήρωσε το τάμα του προς το μοναστήρι αφήνοντας εκεί το άλογο.

– Ένα μέρος κατηφορικό εκεί κοντά λέγεται Ντραμπουλιάνα. Στην ιδιωματική διάλεκτο του τόπου ντράμπου σημαίνει γλιστράω. Κάποτε οι Τούρκοι πλησίασαν για να κάψουν την εκκλησία φθάνοντας όμως σε εκείνο το μέρος τα άλογα τους άρχισαν να ντραμπουλιούνται , να γλιστράνε και έτσι έφυγαν άπρακτοι. Από τότε το μέρος ονομάστηκε έτσι.

Μήτσης Ναπολέων . Λαογραφική συλλογή από το χωριό Ραφταναίοι. Χειρόγραφα φοιτητών Λαογραφίας των φοιτητών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Σειρά πρώτη, 1964-65 , σ. 91-144.

 

– «Απέναντι από το μοναστήρι της Πλάκας υπήρχε ένα δάσος του μοναστηριού με πουρνάρια όπου έβοσκαν τα κοπάδια τα μοναστηριακά. Κάποια στιγμή όμως άρχισαν να έρχονται στην περιοχή και κοπάδια από γειτονικά μέρη . Ο καλόγερος τότε έβγαλε έξω την εικόνα της Παναγίας, την έστρεψε προς το μέρος του δάσους και είπε «Κοίταξε Παναγία μου τι θέλουνε να κάνουν οι άπιστοι» Ξέσπασε τότε μια μεγάλη θεομηνία η οποία κατέστρεψε το δάσος και στη θέση του απέμεινε μόνο ένα μέρος πλακερό. Από το μέρος αυτό πήρε και την ονομασία της η ευρύτερη περιοχή.»

Στασινός Δημήτριος. Λαογραφική συλλογή από το Μονολίθι. Χειρόγραφα φοιτητών Λαογραφίας των φοιτητών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Σειρά τρίτη 1966-67 , σ. 165-211.

 

Άλλες Λαϊκές παραδόσεις

«Τις ημέρες του 12ήμερου ο παππούς μου έφτιαχνε καμίνι στην Αμπροβίτσα (χειμαδιό των Χουλιαράδων) Δίπλα στο καμίνι είχε βάλει στη θρακιά να ψηθεί μια κουλούρα από μπομπότα. Ξάφνου εμφανίζεται δίπλα του ένας καλικάντζαρος και αρχίζει να τινάζει τις στάχτες για να πάρει τη μπομπότα. Τότε ο παππούς μου του λέει: Φεύγα μη σε βαρέσω με το δαυλό! Εκείνος δεν άκουσε . Τότε του κατέβασε μια με το δαυλό στο κεφάλι και «άχαξε» ο τόπος από το βογγητό και γιόμισε τσίτσες ο γιαλός. Έφυγε ο παππούς πεθαμένος από το φόβο του και διηγήθηκε την ιστορία στο χωριό. Το πρωί βρήκαν το καμίνι εντελώς κατεστραμμένο. Το είχαν διαλύσει οι καλικάντζαροι για να πάρουν εκδίκηση. Την επόμενη μετά τα Χριστούγεννα βρήκαν τον παππού μου πεθαμένο έξω από τα καλύβια του χειμαδιού. Τον είχαν σκοτώσει οι Καλικάντζαροι»

«Ο Γεροδήμος βράδιασε στο ποτάμι ενώ πήγαινε στο χωριό του και άναψε φωτιά όπου έβαλε μια σούβλα με κρέας για να την ψήσει. Ήρθε τότε δίπλα του και έκατσε ένας καλικάντζαρος και έβαλε και αυτός μια σούβλα με ένα βάτραχο πάνω. Γυρίζει ο καλικάντζαρος και του λέει : «Κάλλιο κόσο τσίτσι , κάλλιο κόμο τσίτσι; »δηλαδή καλύτερο το δικό σου κρέας ή το δικό μου. Γυρίζει ο Γεροδήμος και του λέει: από πού είσαι εσύ?  -Από δω δε με γνωρίζεις? –Εγώ είμαι κοτσάμπασης και ρίχνω το μπντέλ (φόρο) και στα χαρτιά δεν σε έχω γραμμένο. –Πού θες να με ξέρεις, εγώ έχω τη λαγκάδα από τους Κουτλαίους μέχρι τους Μπουτσουραίους και από τρία σπίτια παραπάνω δεν θα αφήσω να γενούν. Τα λόγια του καλικάντζαρου βγήκαν αληθινά γιατι ποτέ δεν μπόρεσαν να φτιάξουν αυτές οι δυο οικογένειες στην περιοχή που όριζε το δαιμονικό παραπάνω από τρία σπίτια».

Μπενέκος Δημήτριος. Παραδόσεις από τα χωριά Πετροβούνι και Χουλιαράδες. Χειρόγραφα Λαογραφίας των φοιτητών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Σειρά πρώτη, 1964-65, τόμος Β (Λ-Ω) ,σ. 251-259.