Ο τοπικός πολιτισμός της περιοχής των Τζουμέρκων
Υπόμνημα:

Οι μάστορες της πέτρας


no images were found

Η φύση του εδάφους και η ανεπάρκεια των φυσικών πόρων οδήγησαν μεγάλο μέρος των κατοίκων να στραφούν προς την κατεύθυνση της τεχνικής εξειδίκευσης. Ανάμεσα τους ξεχωρίζουν μεταξύ άλλων οι χτίστες που προέρχονταν κυρίως από τα χωριά Πράμαντα, Χριστοί, Ραφταναίοι και Αμπελοχώρι (Σκλούπο) Οργανωμένοι σε μπουλούκια, οι μάστορες αυτοί ξεκινώντας από τα άγονα χωριά τους, γυρνούσαν σε όλη την Ελλάδα και αναλάμβαναν την εκτέλεση είτε ιδιωτικών είτε δημόσιων έργων. Τα μπουλούκια αποτελούνταν συνήθως από αδέρφια ή ξαδέρφια του πρωτομάστορα και όταν περίσσευε κάποια θέση ακολουθούσε μαζί και κάποιος συγχωριανός.

Τα ταξίδια τους άρχιζαν από την άνοιξη, συνήθως μετά το Πάσχα και τελείωναν το φθινόπωρο, μετά τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου. Αυτή η συνήθεια κρατήθηκε για κάποιες δεκαετίες. Αργότερα ο χρόνος απουσίας επεκτάθηκε και διαρκούσε καμιά φορά και ολόκληρο το χρόνο. Καθώς δεν διέθεταν αρκετά χρήματα, ήταν πολλές φορές αναγκασμένοι να διανυκτερεύουν στο ύπαιθρο ή στα χαγιάτια των εκκλησιών. Στη συμφωνία μάλιστα που έκαναν επιδίωκαν να αναλάβουν τη δουλειά “σύψωμα” όπως χαρακτηριστικά έλεγαν, εξασφαλίζοντας κατ αυτό τον τρόπο όχι μόνο το ημερομίσθιο αλλά και την διατροφή, τα έξοδα της οποίας αναλάμβανε ο νοικοκύρης του σπιτιού.

Διαφορετικά φρόντιζαν οι ίδιοι να προμηθευτούν τα απαραίτητα ενώ την ευθύνη για την προετοιμασία του φαγητού είχε κάποιος από τους νεώτερους της ομάδας σε συνεργασία με τα μαστορόπουλα, τα οποία αναλάμβαναν όλες τις βοηθητικές εργασίες. Αρχικά τα μικρά παιδιά προσκολλούνταν στο μπουλούκι των μαστόρων ως λασποπαίδια, επιφορτισμένα δηλαδή με την προετοιμασία και τη μεταφορά της λάσπης πάνω στις σκαλωσιές. Μεγαλώνοντας αναλάμβαναν και άλλες εργασίες όπως το φόρτωμα της πέτρας, την φροντίδα των ζώων, το πλύσιμο των ρούχων και την προετοιμασία του φαγητού. Αυτά ήταν τα λεγόμενα μπλαροπαίδια (μπλάρι=μουλάρι).

Προκειμένου να συνεννοούνται χωρίς να αντιλαμβάνονται οι άλλοι τι λένε, οι μάστορες είχαν αναπτύξει ένα ιδιαίτερο γλωσσικό κώδικα τα λεγόμενα κουδαρίτικα από τη λέξη κούδα που στην ιδιότυπη αυτή διάλεκτο σήμαινε πέτρα. Το επαγγελματικό αυτό γλωσσάριο αποτελούνταν από λέξεις-δάνεια από το τοπικό ιδίωμα, αλλά και από άλλες γλώσσες, όπως τα Βλάχικα, τα Αρβανίτικα, και κυρίως από λέξεις που τις επινόησαν οι ίδιοι οι μάστορες. Οι περισσότερες λέξεις και οι εκφράσεις των κουδαρίτικων περιστρέφονταν γύρω από τη ζωή, τις ανάγκες, το περιβάλλον και τις συνθήκες εργασίας των μαστόρων καθώς και τις σχέσεις τους με τα αφεντικά και τις οικογένειες τους.

Μια ξεχωριστή κατηγορία μαστόρων ήταν οι πελεκάνοι. Οι μάστορες αυτοί ήταν ενσωματωμένοι στο μπουλούκι αλλά ασχολούνταν ιδιαίτερα με το σκάλισμα της πέτρας και την αποτύπωση ανάγλυφων διακοσμητικών σχεδίων (φυτικών και ζωικών μοτίβων). Ξεχωριστά δείγματα της λιθογλυπτικής στο χώρο των Τζουμέρκων συναντά κανείς από τα τέλη του 17ου αιώνα. Οι ευρύτερες οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές όπου συντελούνται λόγω της άνθησης του εμπορίου, αντανακλούν με τη σειρά τους, στο χώρο της κατοικίας. Το κτίσμα θα αποτελέσει και μέσο επίδειξης και ενίσχυσης του κοινωνικού γοήτρου. Οι τοξωτές καμάρες των αρχοντικών του Συρράκου και των Καλαρρυτών με τους μεγάλους αποθηκευτικούς χώρους μαρτυρούν την ανάδειξη μιας νέας αισθητικής. Την ίδια περίοδο εμφανίζονται οι μονόλιθοι στις πόρτες και τα παράθυρα, οι γωνιόλιθοι των κτιρίων, αυξάνονται οι παραστάσεις στα κτίσματα και καταγράφονται τα ονόματα των ιδιοκτητών ή χορηγών. Παρά τις όποιες αλλαγές όμως κυριαρχεί η λιτότητα στα κτήρια και η λιθογλυπτική εναρμονίζεται με τον κανόνα της απλότητας που λειτουργεί εξισορροπητικά ως προς τις αντιθέσεις που προκύπτουν στο εσωτερικό της κοινότητας.