Ο τοπικός πολιτισμός της περιοχής των Τζουμέρκων
Υπόμνημα:

Ορεινά ενδύματα


no images were found

Η καθημερινή γυναικεία φορεσιά στα Τζουμέρκα,  αποτελούνταν από μάλλινη φούστα ή αμάνικο φόρεμα με κέντημα στον ποδόγυρο, μάλλινη ποδιά υφασμένη στον αργαλειό, κοντή ζακέτα, μάλλινες κάλτσες και τσαρούχια.Η ποικιλία των χρωματικών αποχρώσεων αλλά και των διακοσμητικών μοτίβων συμβάδιζε και με το οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο , κυρίως όμως με την ηλικία. Η επίσημη ενδυμασία αποτελείται από μακρύ σκουρόχρωμο φόρεμα με μαύρο κέντημα, σιγκούνι, μαύρη ποδιά κεντημένη με λουλούδια, ασημένια συρματερή ζώνη, λεπτές κεντημένες μάλλινες κάλτσες. Το κεφαλομάντηλο ήταν μαύρο κεντημένο με φούντες από μεταξωτό νήμα και δεμένο με καρφοβέλονο ασημένιο ή χρυσό. Κρεμεζί φιστόνι έμπαινε στον ποδόγυρο για τις νέες, ανοιχτό μπλε φιστόνι για τις γυναίκες της μέσης ηλικίας, σκούρο μπλε με τελείωμα βελούδο για τις ηλικιωμένες. Εκτός από τις μακριές σιγκούνες έκαναν και τις κοντοσεγκούνες, ανοικτές από μπροστά και κάτω από αυτές μάλλινες φούστες χοντρές. Το σιγκούνι ήταν απαραίτητο στόλισμα, θεωρούταν ντροπή να βγει η γυναίκα έξω «ζάρκα» χωρίς σιγκούνι δηλαδή. Ήταν μάλλινο σε στρωτό λεπτό ίσιο ύφασμα του αργαλειού καμωμένα και τεχνικά ραμμένα από τους πλανόδιους τερζήδες ή καποτάδες. Εκτός από αυτά έκαναν και μάλλινες αργαλίσιες φούστες και τελευταία πλεκτές του χεριού. Οι ποδιές ήταν απαραίτητες. Γυναίκα χωρίς ποδιά ποτέ δεν έβγαινε στην αγορά.

Η καθημερινή ανδρική φορεσιά αποτελείται από μαύρο παντελόνι (μπουραζάνα) πουκάμισο από καρό ντρίλι, γιλέκο μάλλινο μαύρο, καπέλο, σακάκι και τσαρούχια. Η επίσημη ανδρική φορεσιά ήταν κατασκευασμένη από καλύτερης ποιότητας μαλλί και αποτελούνταν από άσπρη μπουραζάνα, κεντημένο γιλέκο, άσπρο βαμβακερό πουκάμισο και σακάκι. . Στο Ματσούκι ήδη από το 1930 μεταβάλλεται η φορεσιά των ανδρών και κυρίως όσων εργάζονται εκτός της κοινότητας, από την μπουραζάνα στο Ευρωπαικό παντελόνι από μαλλί φτιαγμένο στον αργαλειό ενώ παράλληλα το ράψιμο το αναλάμβαναν ράφτες του χωριού.

Στα μέσα του 20ου αιώνα και κυρίως ως το 1930 όπως φαίνεται χαρακτηριστικά και από φωτογραφίες της εποχής στο Ματσούκι η γαμπριάτικη φορεσιά περιλάμβανε , γιλέκο, πουκάμισο, κάλτσες τσαρούχια και σελάχι ενώ η νυφιάτικη φορεσιά περιλάμβανε φουστάνι ατλαζένιο, ποδιά, ζωνάρι, μαντήλι, τσουρέπια και παπούτσια χαμηλά (λουστρίνια). Από το 1950 και ύστερα η επίσημη φορεσιά αντικαθίσταται για τις γυναίκες από φουστάνι άσπρο μεταξωτό, και πέπλο και για τους άνδρες από το κοστούμι.

Η ενδυμασία ως στοιχείο του υλικού πολιτισμού των ορεινών κοινοτήτων λειτούργησε κατά το παρελθόν ως σύμβολο της τοπικότητας και της συλλογικότητας των όμοιων κοινωνικά και οικονομικά ομάδων που κινούνταν στα όρια μιας αυτοκαταναλωτικής οικονομίας και στη βάση των αλληλεξαρτήσεων που διαμόρφωνε η επιχώρια κοινοτική ομάδα. Οι ίδιοι κανόνες προσδιορίζουν με σαφήνεια τα όρια του περιττού και της πολυτέλειας καθιστώντας σε αρκετές περιπτώσεις απαγορευτικές τις εκδηλώσεις της τελευταίας.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των Καλαρρυτών, μιας κοινότητας ταυτισμένης στην συλλογική μνήμη με την τέχνη της ασημουργίας. Παρόλο που το εύρος των εμπορικών δραστηριοτήτων καθιστούσε εφικτή την συμβολική προβολή του πλούτου μέσα από τα κοσμήματα της γυναικείας φορεσιάς, η όποια μορφή επίδειξης ερχόταν σε αντίθεση με το συλλογικό ήθος και τον άγραφο εθιμικό κώδικα της κοινότητας. Τα μοναδικά τους στολίδια ήταν δυο μεταξωτά μαντήλια που φορούσαν τις γιορτινές ημέρες. Απαγορευόταν να φορέσουν κεντητά φορέματα, γαϊτάνια ή μπρισίμια, σάλια και γούνες. Η παράβαση του κανόνα αυτού ισοδυναμούσε με ατίμωση του συζύγου.

Αλλά και οι άντρες με τη σειρά τους απέφευγαν την περιττή επίδειξη του πλούτου. Αν κάποιος τολμούσε να φορέσει χρυσοκέντητη και ακριβή φορεσιά έχανε την εκτίμηση των συμπατριωτών του. Η φορεσιά των αντρών στις κοινότητες αυτές καταδείκνυε με την σειρά της την σύνδεση με την Δύση μέσω του εμπορίου. Με την σειρά τους οι τάσεις αυτές επιδρούν και στον τομέα των υποδομών και της επαγγελματικής εξειδίκευσης. “Το περίεργο στα χωριά μας ήταν τα δυο λογιών μαγαζιά υποδημάτων. Το ένα έφτιαχνε τσαρούχια για τους κτηνοτρόφους και τις οικογένειες τους, το άλλο δερμάτινα ευρωπαϊκά για τους ραφτάδες που φορούσαν και ευρωπαϊκά ρούχα”.