Ο τοπικός πολιτισμός της περιοχής των Τζουμέρκων
Υπόμνημα:

Ιστορικό της Γέφυρας του Παπά Στάθη

Στο Ματσούκι, χωριό των Τζουμέρκων πίσω από τους Καλαρρύτες, σχεδόν απέναντι από το Συρράκο είναι ένα μοναστήρι που λέγεται Βύλιζα. Στο μοναστήρι αυτό είχαν λημέρι οι κλέφτες τον καιρό της Τουρκοκρατίας. Σε ένα από τα κελιά οι κλέφτες είχαν το θησαυροφυλάκιο τους. Είχαν συγκεντρωμένο πάρα πολύ χρυσό επειδή τριγύριζαν σε όλη την περιφέρεια των Ιωαννίνων ακόμη και στη Θεσσαλία. Όταν όμως οι κλέφτες χάθηκαν , ο χρυσός έμεινε στο μοναστήρι. Περνώντας όμως σιγά –σιγά τα χρόνια λιγόστεψαν και οι καλόγεροι του μοναστηριού και τελικά έμεινε ένας. Επειδή όμως δεν αισθανόταν τον εαυτό του ικανό κάλεσε άλλο καλόγερο . Αποφασίστηκε να πάει ένας παπάς από το Λοζέτσι. Ο παπάς που θα παραλάβαινε το μοναστήρι λεγόταν Παπά-Στάθης. Όταν έφτασε ο παλιός καλόγερος του έδειξε πως θα κουμαντάρει το μοναστήρι και σιγά-σιγά του έδειχνε από λίγο χρυσό μέχρι που του παρουσίασε το γεμάτο κελί και του είπε: το χρήμα είναι κλέφτικο, σαν πεθάνω να μην το πειράξεις. Οι κλέφτες δεν γύρισαν ακόμη πίσω, έχουν καιρό , σκοτώθηκαν πέθαναν, δεν έμαθα. Αλλά αν γυρίσει κανένας και σένα θα σκοτώσει, και θα κάψει το μοναστήρι. Μη το πειράξεις το χρήμα. Εσύ ζεις και απ το μοναστήρι. Ο παλιός καλόγερος πέθανε, γέρασε κι ο παπά-Στάθης και οι κλέφτες δεν είχαν φανεί ακόμη . Έτσι ο παπά-Στάθης αποφάσισε να κάνει κάτι με το χρυσό και το όνομα του να ακουστεί και σχώριο να γίνει. Πήγε μια μέρα στην Πράμαντα. Γιορτές ήταν, κόσμος πολύς μαζεμένος και ρώτησε τους χωριανούς ποιος είναι ο καλύτερος μάστορας. Του τον έφεραν και είπε στο μάστορα : Μάστορα θέλω να μου κάνεις μια εργολαβία . Να μου χτίσεις μια εκκλησία καλή για να ακουστεί το όνομα μου και να γένει και σχώριο. Του μαρτύρησε και το μυστικό των χρημάτων. Ο μάστορας όμως του πρότεινε κάτι άλλο. Να κάνεις παπά μου του είπε άλλο καλό μεγάλο. Να φτιάσεις μια γέφυρα, ν ανοίξουν τα χωριά και να μη μένει κλειστός ο κόσμος. Του πρότεινε μάλιστα να φτιάσει γεφύρι στον Άραχθο . Έτσι τα γύρω χωριά θα κατέβαιναν στα Γιάννενα πιο σύντομα . Όταν ρώτησε ο καλόγερος, πόσο θα στοιχίσουν τα υλικά μαζί με τους κουβαλητάδες και τους άλλους μαστόρους ο ηγούμενος του είπε : παπά μου εδώ χρειάζεται να ρίξεις χρυσό με το φτυάρι. Και πράγματι χρειάστηκε όλος ο χρυσός ο κλέφτικος για να γίνει το γεφύρι. Μαζεύτηκαν μαστόροι από τα γύρω χωριά με τα ζώα τους, άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια ακόμη και φοράδες γκαστρωμένες. Λέγεται ότι στις φοράδες δόθηκε διπλό μεροκάματο. Εξ ίσου πληρώθηκαν οι γυναίκες και τα παιδιά που έφερναν νερό και φαγητό στο προσωπικό. Το γεφύρι τελείωσε σχετικά γρήγορα. Σώζεται μέχρι σήμερα σε αρκετά καλή κατάσταση και εξυπηρετεί τους περαστικούς.

Ρόκα Φρειδερίκη , Λαογραφική συλλογή από το Παλαιοχώρι Συρράκου. Χειρόγραφα φοιτητών Λαογραφίας των φοιτητών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Σειρά Πέμπτη 1968-69, σ. 139-174.