Ο τοπικός πολιτισμός της περιοχής των Τζουμέρκων
Υπόμνημα:

Κατοικία


no images were found

Η αρχιτεκτονική στην περιοχή των Τζουμέρκων λειτουργεί ως προέκταση του φυσικού χώρου αφού προσαρμόζεται οργανικά, λειτουργικά και αισθητικά στα ιδιαίτερα γεωγραφικά, γεωμορφολογικά και κλιματικά δεδομένα του. Στις κοινότητες αυτές εντοπίζονται στην πορεία του χρόνου τρεις τύποι κατοικίας. Το μονόσπιτο με δύο δωμάτια το ένα πάνω στο άλλο, το ντεβίτικο που αποτελούσε συνδυασμό του πρώτου (δυο μονόσπιτα, με χώρο για τον σταυλισμό των ζώων) και το ανωκάτωγο που το διαδέχτηκε. Η εσωτερική διαρρύθμιση των κατοικιών εξυπηρετούσε τις λειτουργικές ανάγκες των κατοίκων ενώ το είδος των επίπλων όπως και των σκευών που συναντούμε στο εσωτερικό τους αντανακλά μεταξύ άλλων τους όρους μιας διακριτής οικονομικής και κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Μια ιδιαιτερότητα εντοπίζεται κυρίως στις εισόδους των κατοικιών και αποδίδεται με τον όρο στερφογάλαρο. Το μισό σπίτι είναι στέρφο δηλαδή χαμόσπιτο και το άλλο μισό γαλάριο, διαθέτει δηλαδή ανώι και καώι. Η ιδιαιτερότητα αυτή οφείλεται στην υψομετρική διαφορά του εδάφους που επιβάλλει την ανάγκη μιας κλιμακωτής πρόσβασης. Στις μέρες μας ο τύπος αυτός κατοικίας διατηρείται μόνο στους παραδοσιακούς οικισμούς του Συρράκου και των Καλαρρυτών και ενδεχομένως αναπτύχθηκε ως κατοικία των ισχυρών οικονομικά ομάδων (τσελιγκάδων, εμπόρων, ραφτάδων,) που αναπτύχθηκαν στα δεδομένα της εμπορευματικής οικονομίας (18ος-19ος αιώνας) Η μεταποίηση και το εμπόριο του μαλλιού επέτρεψε την σύνδεση αυτών των ορεινών κοινοτήτων με τον ευρύτερο κόσμο   Η εσωτερική διαρρύθμιση και διακόσμηση των κατοικιών αυτών στο 19ο αιώνα τείνει στην υιοθέτηση ευρωπαϊκών προτύπων.  Συμπληρωματικά ως προς το κεντρικό οικοδόμημα , εντοπίζεται και μια σειρά βοηθητικών κτισμάτων που εξυπηρετούν τις ανάγκες της παραγωγής όπως χαρακτηριστικά φαίνεται στην περίπτωση των σπιτιών του Ματσουκίου.

Μια παράλληλη μορφή κατοικίας που είναι δεμένη με τον κόσμο της ημινομαδικής κτηνοτροφίας , είναι το καλύβι που συνδέεται με την δραστηριότητα της εποχικά μετακινούμενης κτηνοτροφίας.

Καίριο σταθμό στην οικιστική εξέλιξη των υπόλοιπων κοινοτήτων της ευρύτερης περιοχής θα αποτελέσει ο σεισμός του 1967 ο οποίος κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος των παλαιότερων κτισμάτων. Κατά την φάση της ανοικοδόμησης που ακολούθησε ,δυστυχώς δεν υπήρξε βούληση για την διατήρηση της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής με αποτέλεσμα να χαθεί η ιδιαίτερη οικιστική φυσιογνωμία που χαρακτήριζε την περιοχή.