Ο τοπικός πολιτισμός της περιοχής των Τζουμέρκων
Υπόμνημα:

Είκονα 6: Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος

e6a

Στο ίδιο πιθανότατα καλλιτεχνικό εργαστήρι με την Παναγία Οδηγήτρια της συλλογής μας [εικ. 3] εντάσσεται και η εικόνα του πτερωτού Προδρόμου[1] [επιγραφή: Ο ΑΓΙΟC ΙΩ(ΑΝΝΗC) O ΠΡΟΔ(ΡΟΜΟ)C] στραμμένου προς τα αριστερά, προς τον Χριστό, ο οποίος προβάλλει από τεταρτοκύκλιο ουρανού να ευλογεί με το αριστερό χέρι. Ο άγιος φορά καστανοπράσινο τρίχινο σάκο και καφεπράσινο ιμάτιο. Ο Βαπτιστής με το υψωμένο αριστερό χέρι κρατά σταυροφόρο ραβδί, ενώ με το δεξιό συγκρατεί ξεδιπλωμένο ειλητάριο, όπου και αναγράφεται η επίκληση προς τον Χριστό: [ΟΡΑC] ΟΙ (Α) ΠΑC | [X]OYCIN Ω Θ(ΕΟ)Υ | [ΛΟ]ΓΕ ΟΙ ΠΤΑΙC | MATΩΝ ΕΛΕΓΧΟΙ | ΤΩΝ ΒΔΕΛΙΚΤΕΩΝ | ΕΛΕΓΧΟΝ Κ(ΑΙ) | ΓΑΡ ΜΗ ΦΕ | ΡΟΝ Ο ΗΡΩ | ΔΗC ΤΕΤΜΗ | ΚΕΝ ΙΔΟΥ | ΤΗΝ ΕΜΗΝ | ΚΑΡΑΝ C(ΩΤ)ΕΡ.

Μπροστά του, σε μαρμάρινη βάση, ρόδινου τριανταφυλλί χρώματος σε τρεις αποχρώσεις -ένα χρώμα ιδιαίτερα αγαπητό στον Μιχαήλ Δαμασκηνό, αλλά και στον εγγύτερο χρονικά με το έργο μας Κρητικό ιερέα αγιογράφο Βίκτωρα[2]– μέσα σε ελλειψοειδή λεκάνη, είναι τοποθετημένη η αποτετμημένη κεφαλή του. Ο συγκεκριμένος εικονογραφικός τύπος της ημίσωμης μορφής του πτερωτού Προδρόμου απαντά αυτούσιος επίσης σε μια εικόνα από τον νότιο νάρθηκα στο Μουσείο της Αντιβουνιώτισσας στην Κέρκυρα, χρονολογημένης στον 17ο αιώνα[3]. Στενή επίσης είναι η συγγένεια ως προς την απεικόνιση του Προδρόμου μέχρι την οσφύ, τα δίχρωμα φτερά, τη συγκράτηση του σταυρού με το αριστερό χέρι, την κίνηση της μορφής προς τον Χριστό στα αριστερά, και κυρίως την παρουσία του κανθάρου με την κεφαλή επάνω σε ανάλογου με την εικόνα μας μαρμάρινου βάθρου, με μια εικόνα από την Ζάκυνθο χρονολογημένη περί το 1600[4].

Στην εικόνα της συλλογής ο λαδοκάστανος προπλασμός με τα φωτεινά σαρκώματα που ροδίζουν και με τις λευκές ψιμυθιές που φωτίζουν το δέρμα και απλώνονται σε παράλληλες γραμμές, ταυτόχρονα με μια έντονη διάθεση να πλασθούν οι όγκοι της γυμνής σάρκας, συνιστούν εικονογραφικά δεδομένα που κινούνται στο πνεύμα των κατακτήσεων των δύο σημαντικών Κρητικών ζωγράφων του 17ου αι., του Λαμπάρδου και του Τζάνε. Και οι δύο μας άφησαν ολόσωμες απεικονίσεις του πτερωτού Προδρόμου με σταυρό και ειλητάριο να συνοδεύεται από το κομμένο κεφάλι του και να στρέφεται προς το τεταρτοκύκλιο του ουρανού απ’ όπου προβάλλει ο Χριστός ευλογών[5].

Ωστόσο, στο έργο μας, τα φωτεινά σαρκώματα είναι αρκετά σχηματοποιημένα, δημιουργώντας ενιαίες ελλειψοειδείς επιφάνειες που απλώνονται αδόκιμα πάνω στον σκούρο προπλασμό. Χαρακτηριστική είναι εδώ και η σχεδιαστική αδυναμία του ζωγράφου ως προς την απόδοση του σώματος, αν κρίνει κανείς από τα δυσανάλογα άνω άκρα του Βαπτιστή, αλλά και η σκληρότητα και η ακαμψία στην απόδοση των πτυχών του ιματίου. Έχει ενδιαφέρον πως μεταξύ των τεσσάρων δεσποτικών εικόνων του τέμπλου του Αγίου Γεωργίου Βουλγαρελίου[6], τις οποίες αφιέρωσε ο ιερομόναχος Νικητήριος, η απεικόνιση του Προδρόμου στη μία, όπου ο άγιος προσφέρει την κεφαλή του στον Χριστό, επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη να τονιστεί το θέμα της κεφαλοφορίας. Το τελευταίο αντικατοπτρίζει πιθανόν την αυτοσυνειδησία των μοναστικών κύκλων στην προσπάθειά τους να ενισχυθεί η πίστη των υποδούλων χριστιανών και να διατηρηθεί η ενότητα του σώματος της εκκλησίας σε χαλεπούς καιρούς[7].

Η εικόνα μας, τέλος, θα μπορούσε να χρονολογηθεί στην ίδια με αυτή εποχή, καθώς παρουσιάζει πολλές ομοιότητες ως προς την τεχνική εκτέλεσης, με την προαναφερθείσα εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας, αλλά και αναλογίες, αποπνέοντας μια ενιαία αισθητική αντίληψη, σε επιμέρους στοιχεία που αφορούν στο πλάσιμο της σάρκας, στην ποιότητα των χρωμάτων, στη σχηματοποίηση των ενδυμάτων, στους ανάλογου τύπου φωτοστέφανους που περιβάλλουν τα κεφάλια του Προδρόμου και της Παναγίας Οδηγήτριας, στην όμοια ταινία χρώματος κιννάβαρι που δημιουργεί το πλαίσιο των συνθέσεων, στους κοινούς τύπους γραμμάτων των γραμμάτων των επιγραφών.

[1]. Παπαδοπούλου – Τσιάρα 2008, 185-186, εικ. στη σ. 184.
[2]. Βλ. τη χρήση του συγκεκριμένου χρώματος σε μια εικόνα με τον Χριστό ως Μέγα Αρχιερέα, έργο του ζωγράφου Βίκτωρα του 1670, από το Μουσείο της Ζακύνθου, Αχειμάστου-Ποταμιάνου 1997, 163-165, αρ. 42.
[3]. Χονδρογιάννης 2010, 96.
[4]. Μυλωνά 1998, 218-219, αρ. 83.
[5]. Βοκοτόπουλος 1990, 77-78, 121-122, εικ. 171, 342Β, 234, 238, 343Η.
[6]. Παπαδοπούλου – Τσιάρα 2008, 194-199.
[7]. Μεράντζας 2007, 38-40, εικ. 59. Για τις παραστάσεις των κεφαλοφόρων αγίων που ευδοκιμούν από τον 15ο αιώνα, όπως ο άγιος Γεώργιος, η αγία Αικατερίνη, η αγία Παρασκευή, πρότυπο των οποίων είναι πιθανότατα η παράσταση του κεφαλοφόρου Ιωάννη Προδρόμου, βλ. Εικόνες της Κρητικής Τέχνης 1993, 442-443, αρ. κατ. 89 (λήμμα Etinhof, O.), και 485, αρ. κατ. 128 (λήμμα Μπορμπουδάκης, Μ.). Βλ. επίσης μια εικόνα, χρονολογημένη στο δεύτερο τέταρτο του 16ου αιώνα από τη συλλογή Βελιμέζη, με την αγία Παρασκευή να κρατά στο αριστερό της χέρι την αποτετμημένη κεφαλή της, βλ. Χατζηδάκη 1997, 174-183, αρ. κατ. 16. Για τη διάδοση του τύπου του κεφαλοφόρου αγίου Γεωργίου σε κρητικά έργα του β΄ μισού του 15ου αιώνα, βλ. Σκαμπαβίας – Χατζηδάκη 2007, 178-181, αρ. κατ. 127 (λήμμα Χατζηδάκη, Ν.).